Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Οι "Παναγιές" της Νάξου (Φανερωμένη, Φιλωτίτισσα, Απεραθίτισσα, Παντάνασσα, Δροσιανή, Μυρτηδιώτισσα, Αταλιώτισσα κ.ά)

Μονή Φανερωμένης Νάξου
H Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή της Φανερωμένης 
Η Ιερά Μονή Φανερωμένης Νάξου, σχεδόν παραθαλάσσια, βρίσκεται βορειοδυτικά του χωριού Εγγαρές Νάξου και δυτικά του χωριού Κεραμωτή Νάξουμε την οποία συνδέεται με μονοπάτι. Απέχει περίπου 10 χλμ. βόρεια από τη Χώρα Νάξου επί του δυτικού οδικού άξονα Χώρα Νάξου - Απόλλωνας. Η Μονή αυτή χρονολογείται από τον 14ο αιώνα.
Στα τέλη του 16ου αιώνα η Μονή Φανερωμένης Νάξου κατέστη σταυροπηγιακή Μονή μετά από σχετική απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης Θεολήπτου του Α΄ με συνέπεια να τύχει ειδικών προνομίων επί Τουρκοκρατίας.

Κατά τη θρησκευτική παράδοση η ίδρυσή της, έχει ταυτιστεί με ανεύρεση εικόνας της Παναγίας από πλήρωμα πλοίου που κινδύνεψε στη περιοχή, παρά ταύτα η ακριβής χρονολογία ίδρυσης είναι άγνωστη. Είναι κτισμένη σε μορφή ενετικού πύργου σε ύψωμα και ακριβώς έναντι του ομώνυμου όρμου Φανερωμένης απ΄ όπου και δεσπόζει της όλης γύρω ΒΔ. ακτής της νήσου. Η μεγαλύτερη ακμή της Μονής Φανερωμένης Νάξου ήταν στις αρχές του 19ου αιώνα. Σημαντικοί ηγούμενοι της Μονής Φανερωμένης ήταν ο Δωρόθεος (Τζιώτης) που το 1826 δημιουργεί δύο από τα πρώτα διδακτήρια της Νάξου, ο Ηλίας Γεωργιάδης, καθώς επίσης και ο μετέπειτα, Άγιος Αρσένιος της Πάρου κ.ά. Παλαιότερα στη Μονή Φανερωμένης υπάγονταν και πολλά μετόχια της Νάξου.

H Ιερά Μονή Φανερωμένης Νάξου είναι αφιερωμένη στη Κοίμηση της Θεοτόκου, εορτάζει επί τριήμερο το 15Αύγουστο, είναι ανδρώα μονή με έναν Ηγούμενο και έναν μοναχό και διοικητικά υπάγεται στο ορεινό χωριό Κωμιακή Νάξου, που βρίσκεται στη ΒΑ. πλευρά της Νήσου.

Σύναξη της Παναγιάς της Φιλωτίτισσας στην Νάξο
Ημερομηνία εορτής: 15/08/2013
Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 15 Αυγούστου εκάστου έτους.
Άγιοι που εορτάζουν: Συναξη Της Παναγιας Της Φιλωτιτισσας Στην Ναξο


Βιογραφία
Για την Παναγιά την Φιλωτίτισσα στην Νάξο, γράφει η Παναγιώτα Κωνσταντοπούλου-Δωρή στο βιβλίο της «Ἡ πωλυώνυμη Δέσποινα», Τόμος Β´, §69, σελ. 250-255, Αθήνα 2001 μ.Χ.

«Περικαλλὴς ἐνοριακὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ «Φιλώτι» (Φιλώτιον) τῆς νήσου Νάξου, κείμενος εἰς τὸ κέντρον (πλατεῖαν) τῶν συγκροτούντων τὸ Φιλώτιον σήμερον δύο χωρίων Κλέφαρος (Βλέβαρον) καὶ Ῥαχίδιον, τιμώμενος ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (15 Αὐγ.). Ἡ προσωνυμία του εἶναι Παναγία ἡ Φιλωτίτισσα, προερχομένη σαφῶς ἐκ τοῦ ὀνόματος τοῦ χωριοῦ. Δὲν εἶναι γνωστὸν πότε προσεδόθη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἡ ὀνομασία αὕτη. Φαίνεται μᾶλλον πιθανόν, ὅτι προσεδόθη ἔκπαλαι, δηλαδή, ἀπὸ τῆς ἀρχικῆς ἱδρύσεως τοῦ ναοῦ, δοθέντος ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ χωριοῦ εἶναι ἀρχαῖον.

Ὡς χρόνος ἀρχικῆς ἱδρύσεως τοῦ ναοῦ, κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Νικ. Κεφαλληνιάδη («Παναγία ἡ Φιλιώτισσα» 1971, σ.7 ἔπ.) ὑποστηριζόμενην ἄποψιν καὶ τὰς παρ᾿ αὐτοῦ ἐπικαλουμένας ἱστορικὰς πηγάς, ἐν αἶς κυρίως τὸ ὑπὸ χρονολογίαν 17 Ὀκτωβρίου 1714 ἱκετήριον γράμμα τῶν Φιλωτιτῶν πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Κοσμᾶν τὸν ἀπὸ Ἀλεξανδρείας, δέον νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου Κομνηνοῦ (1081-1118) ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, γενικῶς, ἡ διάρκεια τῆς δυναστείας τῶν Κομνηνῶν (1071-1204). Ἡ Ἐκκλησία αὕτη, κατὰ τὰς αὐτὰς ὡς ἄνω ἱστορικὰς πηγᾶς, ὑφίστατο μέχρι τοῦ 1544, ὅτε κατεστράφη ὑπὸ πειρατῶν, παραμείνασα ἔκτοτε ἐν ἐρειπώσει ἐπὶ μακρόν. Εἰς τὴν θέσιν ταύτης ἀνηγέρθη βραδύτερον ὁ σημερινὸς ναός, ἐγκαινιασθείς, ὡς κατωτέρω ἐκτίθεται, τὴν 1ην Αὐγούστου 1718. Πρόκειται οὐσιαστικῶς περὶ ἀνεγέρσεως, εἰς τὴν θέσιν τοῦ παλαιοῦ ναοῦ, νέου περικαλλοῦς οἰκοδομήματος, ὑπὸ τὸ αὐτὸ ὅμως ὄνομα καὶ ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἅγιον, δηλονότι τὴν Παναγίαν τὴν Φιλωτίτισσαν. Εἶναι ἐνδιαφέρον, πρὸ τῆς περιγραφῆς τοῦ σημερινοῦ ναοῦ, νὰ ἐκτεθῆ τὸ λίαν συγκλονιστικὸν ἱστορικόν της ἀνεγέρσεως τοῦ ναοῦ τούτου, ἁπτόμενον καὶ τῶν ἐθνικῶν ἐξάρσεων τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν περίοδον τῆς δουλείας καὶ τοῦ μεγαλείου της ἑλληνικῆς ψυχῆς, ὡς τὸ ἱστορικὸν τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ προαναφερομένου βιβλίου τοῦ Νίκ. Κεφαλληνιάδη, ἔχοντος ἐν συνόψει ὡς ἑξῆς:

Κατὰ τὴν παράδοσιν, τῷ 1690 καὶ δὴ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου (23 Ἀπρ.), εἰς τὴν ἀγροτικὴν περιοχὴν τοῦ Καλαντοῦ (κατὰ τὸ νότιον ἄκρον τῆς νήσου), ἐξέσπασε μία ξαφνικὴ καὶ ἀσυνήθης διὰ τὴν ἐποχὴν κακοκαιρία, καθ᾿ ἣν ἄγριος νότιος ἄνεμος μετὰ καταρρακτώδους βροχῆς ἐσάρωνε τὰ πάντα, οἱ δὲ κάτοικοι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ποιμένες, ἔντρομοι εἰχον καταφύγει εἰς τὰς καλύβας των σταυροκοπούμενοι καὶ ἱκετεύοντες τὸν Θεὸν νὰ τοὺς σώσῃ ἀπὸ τὴν καταστροφὴν ποὺ τοὺς ἀπειλοῦσε. Μεταξὺ τούτων ἦτο καὶ ὁ Στέφανος Ψαρρᾶς ἢ Λούμπας, ἀπὸ τὸ Φιλώτι, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐκεῖ κτήματα καὶ τὰ γιδοπρόβατά του. Ἦτο γενναῖος καὶ φιλόξενος ἄνθρωπος καὶ ἐκ τῶν πρώτων νοικοκυραίων τοῦ Φιλωτίου. Τὸν ἔλεγαν ἀκόμη καὶ Ἀναγνώστην, ἐπειδὴ ἐγνώριζεν ὀλίγα γράμματα καὶ ἐβοήθει τὸν ἱερέα τοῦ χωριοῦ εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Ἐκκλησίας.

Τὴν ὥραν τῆς κακοκαιρίας ἔρριψε τὸ βλέμμα του πρὸς τὴν θάλασσαν μεταξὺ Νάξου καὶ Ἴου καὶ παρετήρησεν ἕνα ἱστιοφόρον νὰ κλυδωνίζεται εἰς τὰ πελώρια κύματα καὶ νὰ ὠθῆται πρὸς τὰ βράχια της ἀκτῆς. Ἀντελήφθη ἀμέσως, ὅτι τὸ πλοῖον διέτρεχεν ἄμεσον κίνδυνον νὰ προσκρούσῃ ἐπὶ τῶν βραχοῦν καὶ νὰ καταστραφῇ. Χωρὶς νὰ χάσῃ χρόνον, ἐξῆλθε ἀμέσως ἀπὸ τὴν καλύβην του, ἐκάλεσε καὶ ἄλλους γείτονας τοῦ ποιμένας καὶ ἔτρεξαν ὅλοι πρὸς τὸ μέρος, ὁποὺ ὠθεῖτο τὸ πλοῖον. Δὲν ἠδυνήθησαν ὅμως νὰ προλάβουν, καὶ τὸ σκάφος μετὰ πάταγου ἐπέπεσεν εἰς τοὺς βράχους καὶ ἐκόπηκε εἰς τὰ τρία. Ὅλοι οἱ ἐπιβαίνοντες ἔπεσαν εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπὸ τοὺς τριάκοντα ἐπιβάτας ἐσώθησαν μόνον δέκα, καὶ αὐτοὶ τραυματισμένοι καὶ μισοπεθαμένοι. Τὸ πλοῖον ἦτο τουρκικὸν καὶ οἱ ἐπιβαίνοντες τοῦρκοι.

Ὁ Ψαρρᾶς μὲ τοὺς δύο συντρόφους του, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ᾿ ὄψει του, ὅτι οἱ ναυαγοὶ ἦσαν προαιώνιοι ἐχθροί, τοὺς περισυνέλεξαν, τοὺς ἐβοήθησαν καὶ τοὺς ὡδήγησαν εἰς τὰς καλύβας, ὅπου τοὺς προσέφεραν ροῦχα, τροφὴν καὶ περίθαλψιν. Μεταξὺ τῶν ναυαγῶν ἦτο καὶ ἕνα τουρκόπουλον δώδεκα ἐτῶν, τὸ ὁποῖον εἶχε τραυματισθῆ βαρύτερον τῶν ἄλλων καὶ ἠσθάνετο πολὺ ἐξουθενωμένον. Ὠνομάζετο Χουσεῒν καὶ αὐτὸ ὁ Ψαρρᾶς τὸ ἐπεριποιήθη καλύτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὡσὰν νὰ ἦτο ἰδικόν του παιδί. Τὴν ἑπομένην οἱ ναυαγοί, ἀνακτήσαντες τὸ ἠθικόν των, ἀπεφάσισαν νὰ φύγουν καὶ ἀφοῦ ὁ Ψαρρᾶς τοὺς ὡδήγησε πῶς θὰ φθάσουν εἰς τὴν Χώραν τῆς Νάξου, ὅπου θὰ συνῆντον τὸν βοεβόδαν, διὰ νὰ τοὺς συντρέξῃ νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν πατρίδα των καὶ ἀφοῦ τοὺς ἐφοδίασε μὲ τρόφιμα διὰ τὸν δρόμον, ἐξεκίνησαν εὐχαριστήσαντες διὰ τὴν φιλοξενίαν καὶ τὴν συνδρομήν.

Ὁ Ψαρρᾶς ὅμως τοὺς παρεκάλεσε νὰ μείνῃ τὸ παιδὶ ὀλίγας ἡμέρας, ἕως ὅτου συνέλθῃ ἀπὸ τὰ τραύματά του καὶ τὴν ταλαιπωρίαν του, ὑποσχεθεὶς ὅτι θὰ τὸ παραδώση ἀσφαλῶς εἰς τὸν βοεβόδαν, μόλις γίνῃ καλά. Ἀτυχῶς διὰ τοὺς ἀναχωρήσαντας ναυαγούς, ἡ μοῖρα τοὺς ἐπεφύλασσε τὸ μοιραῖον. Ὅταν ἐπλησίασαν εἰς τὸ χωριὸ Σαγκρί, ἐξελήφθησαν ὡς πειραταί, καί, ἄοπλοι ὅπως ἦσαν, ἐσφάγησαν ἀπὸ τοὺς Σαγκριῶτας, πρὸς μεγάλην λύπην ὅλων καὶ πρὸ πάντων τοῦ Ψαρρᾶ. Οἱ Σαγκριῶτες ἐζήτησαν συγγνώμην ἀπὸ τὸν βοεβόδαν καὶ τὸ ζήτημα ἐσταμάτησεν ἐκεῖ καὶ δὲν ἠκολούθησαν ἀντίποινα τῶν τούρκων.

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Ψαρρᾶς ὡδήγησε τὸν μικρὸν Χουσεῒν εἰς τὸ χωριὸ (Φιλώτι), ὅπου ὅμως ἡ σύζυγός του Πλυτὼ δὲν τὸν εἶδε μὲ καλὸ μάτι, διότι ἦτο τουρκάκι. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχε μῖσος ἀγεφύρωτον μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων καὶ οἱ Ἕλληνες ἀπεχθάνοντο τοὺς τούρκους.

Ὁ Ψαρρᾶς, καλοκάγαθος, ὅπως ἦτο, προσεπάθει νὰ μεταπείσῃ τὴν σύζυγόν του ἀπέναντι τοῦ Χουσεΐν, ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο παιδὶ μὲ καλὴν ἀνατροφὴν καὶ εὐγενικὰ αἰσθήματα. «Κᾶνε τὸ καλὸ καὶ ρίχτο στὸ γιαλό», ἔλεγε στερεοτύπως εἰς τὴν Πλυτώ, ποὺ καὶ ἐκείνη ἄρχισε σιγὰ σιγὰ νὰ συμπαθῇ τὸν Χουσεΐν. Ὁ Ψαρρᾶς τὸν εἶχε πάντοτε μαζί του εἰς τὸν Καλαντὸ καὶ ὁ Χουσεῒν τὸν ἐβοηθοῦσεν εἰς ὅλας τὰς ἐργασίας (εἰς τὰ γιδοπρόβατα, εἰς τὰ χωράφια καὶ παντοῦ). Τὸν ἐθεώρει ὡσὰν παιδί του καὶ ἐκεῖνο τὸν ἠσθάνετο ὡς πατέρα του καὶ μάλιστα τὸν ἀπεκάλει «πατέρα». Τὸ ἴδιον εἶχε συμβῇ καὶ μὲ τὴν Πλυτώ, ἡ ὁποία μετέβαλε τὴν ἄρχικην προδιάθεσιν καὶ ἠγάπησε τὸν Χουσεΐν, ὡς ἴδικόν της παιδί. Ἔμαθε τὰ ἑλληνικὰ καὶ ἐζήτησε νὰ βαπτισθῇ, νὰ γίνῃ Χριστιανὸς καὶ νὰ φοιτήσῃ εἰς τὸ σχολεῖον μὲ τὰ ἄλλα παιδιὰ τοῦ χωριοῦ. Καὶ πράγματι τὸν ἐβάπτισαν καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Γεώργιος, ἐπειδὴ ἡ σωτηρία του ἀπὸ τὸ ναυάγιο ἔλαβε χώραν τὴν ἥμεράν της ἑορτῆς τοῦ Ἁγ. Γεωργίου.

Ἐπέρασαν χρόνια ἓξ (6) καὶ ὁ Γεώργιος (Χουσεῒν) ἔγινε 18 ἐτῶν, ὅποτε αἰφνιδίως μίαν ἡμέραν ἐνεφανίσθη ὁ βοεβόδας τῆς Νάξου εἰς τὸ Φιλώτι, συνοδευόμενος ἀπὸ τοῦρκον ἀπεσταλμένον ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἀνεζήτησε τὸν Χουσεΐν (Γεώργιον) ἀπὸ τὸν Ψαρᾶν, εἰπῶν εἰς αὐτόν, ὅτι εἶναι υἱὸς προύχοντος τούρκου καὶ ὅτι ἔχει διαταγὴν νὰ τὸν ἀποστείλῃ εἰς τὸν πατέρα του. Ὁ Ψαρρᾶς καὶ ἡ σύζυγός του ἐστενοχωρήθησαν πολύ, διότι τὸν εἶχον ἀγαπήσει ὡς ἰδικόν των παιδὶ καὶ δὲν ἤθελον νὰ τὸν ἀποχωρισθοῦν. Ὁ βοεβόδας ἐπεχείρησε νὰ προσφέρῃ ὡς ἀνταμοιβὴν χρηματικὸν ποσὸν εἰς τὸν Ψαρρᾶν, ἀλλ᾿ ἡ σύζυγός του δὲν τὸ ἐδέχθη, εἰποῦσα εἰς αὐτόν: «ἐμεῖς θέλουμε τὸ παιδὶ καὶ δὲν θέλουμε τὰ χρήματα». Τελικῶς, ἐν μέσῳ δακρύων ἑκατέρωθεν, ὁ Χουσεῒν-Γεώργιος ἀπεχαιρέτησε τοὺς ψυχογονεῖς του καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Πόλιν.

Ἀλλ᾿ ὁ Στέφανος Ψαρρᾶς καὶ ἡ σύζυγός του Πλυτὼ οὐδέποτε ἐλησμόνησαν τὸ παιδὶ ποὺ ἐμεγάλωσαν καὶ ἠγάπησαν ὡς ἰδικόν των. Δὲν εἶχε σημασίαν δι᾿ αὐτούς, ἐὰν αὐτὸ δὲν κατήγετο ἀπὸ τὸ γένος των, δὲν ἦτο ἑλληνόπουλον. Κάθε φορὰν ποὺ ἐπρόφεραν τὸ ὄνομά του, ἕνας βαθὺς ἀναστεναγμὸς ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ψυχήν των.

Ἐπέρασαν χρόνια καὶ ποτὲ δὲν ἔμαθαν τίποτε διὰ τὸ παιδί. Πολλάκις ὁ Ψαρρᾶς ἀνελογίζετο «τί νὰ ἀπέγινεν αὐτὸ τὸ παιδί;» Ἄλλαι περιστάσεις, ἄλλοι καιροὶ τότε! Τῷ 1710 οἱ προεστοὶ τοῦ Φιλωτίου, ἐν οἶς πρῶτος ὁ Στέφανος Ψαρρᾶς, ἀπεφάσισαν μαζὶ μὲ ὅλους τους χριστιανοὺς τοῦ χωριοῦ νὰ κτίσουν νέαν καὶ μεγάλην ἐκκλησίαν, διότι ἡ παλαιὰ ἦτο μικρὴ καὶ δὲν ἐξυπηρετοῦσε τὰς θρησκευτικὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων. Εἰς τὸ μέσον του Φιλωτίου ὑπῆρχεν ἕνας λαχανόκηπος, εἰς τὴν ἄκρην τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε Φράγκικη Ἐκκλησία καὶ παραπλεύρως αὐτῆς κατέκειντο τὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεοος τῆς Θεοτόκου, ἐκείνου δηλαδὴ τὸν ὁποῖον εἶχε κτίσει ὁ αὐτοκράτωρ Ἀλέξιος Κομνηνὸς καὶ τὸν ὁποῖον εἶχον καταστρέψει, ὡς προαναφέρεται, τοῦρκοι πειραταὶ τῷ 1544.

Ὁ λαχανόκηπος οὗτος ἦτο κτῆμα τοῦ Φράγκου ἄρχοντος Χρύσανθου Μπαρότζι. Ἀλλ᾿ ὁ Φράγκος προύχων καὶ τιμαριώτης οὗτος ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ παρεχώρει ἢ ἐπώλει τὸ ἀναγκαῖον τμῆμα χώρου, οὐδὲ κἂν τὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ ναοῦ, διὰ νὰ κτισθῇ ἡ νέα Ἐκκλησία. Μίαν ὅμως ἡμεραν, οἱ ζωηρότεροι ἀπό τους προκρίτους τοῦ χωριοῦ, εἰς οὓς περιελαμβάνετο καὶ ὁ Ψαρρᾶς, εἰσῆλθον αὐθαιρέτως εἰς τὸν χῶρον καὶ ἤρχισαν νὰ ἀνοίγουν θεμέλια διὰ νὰ κτίσουν τὸν ναόν. Ὁ Μπαρότζι ἐπεχείρησε νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ, ἀλλ᾿ οἱ κάτοικοι τὸν ἐξεδίωξαν, ἀποφασισμένοι νὰ ἐκτελέσουν τὸ ἔργον των. Ἐπὶ κεφαλῆς τῶν χωρικῶν ἦτο ὁ Ψαρρᾶς, ὁ ὁποῖος μάλιστα ἔφερε μαζί του τὸ γιαταγάνι του ἀπειλῶν τὸν Μπαρότζι ὅτι «θὰ ἐσκώτωνε ὅ,ποιον θὰ ἐπλησίαζε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐργασίαν».

Ὁ Μπαρότζι, θεωρήσας προσβολὴν τὴν τοιαύτην συμπεριφορὰν τῶν κατοίκων καὶ πρὸ πάντων του «ξιφουλκίσαντος» Ψαρρᾶ, κατέφυγεν εἰς τὸν βοεβόδαν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὅμως μὴ «δικαιωθείς», προσέφυγεν εἰς τὸν ἐν Νάξῳ Γάλλον Πρόξενον, ὅστις διὰ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Γάλλου Πρεσβευτοῦ ἀνεφέρθη εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην, ἀπαιτήσας τὴν τιμωρίαν τῶν αὐθαιρετούντων Φιλωτιτῶν καὶ ἰδίως τοῦ Ψαρρᾶ.

Ἡ Ὑψηλὴ Πύλη πράγματι διέταξε τὸν βοεβόδαν νὰ σταματήση τὴν αὐθαιρεσίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ συλλαβὴ τὸν Ψαρᾶν καὶ νὰ τὸν ἀπόστειλη σιδηροδέσμιον εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν διὰ νὰ δικασθῇ. Ὅταν συνελήφθη ὁ Ψαρρᾶς, «ὅλο τὸ χωριὸ τὸν ἔκλαψε», διότι ἦτο πλέον βέβαιον, ὅτι τὸν ἐπερίμενεν ἀποκεφαλισμός. Ὡδηγήθη εἰς τὴν τρομερὰν Φυλακήν, ὁποὺ παρέμεινεν ἐπὶ δύο μῆνας ὑπὸ ἀπανθρώπους συνθήκας. Ἀλλὰ καθὼς ἦτο «γερὸ κόκκαλο», κατώρθωσε ν᾿ ἀνθέξῃ τὰ βασανιστήρια καὶ νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὸ δικαστήριον. Εἰς αὐτὸ παρίστατο καὶ ὁ Μπαρότζι, συνοδευόμενος καὶ ἀπὸ Γραμματέα τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας ἐν Κωνσταντινουπόλει.

Ἀρξαμένης τῆς δίκης, ὁ δικαστὴς ἤνοιξε τὴν δικογραφίαν καὶ ἀνέγνωσε τὸ ὄνομα τοῦ κατηγορουμένου: Ἀναγνώστης Στέφανος Ψαρρᾶς. «Ἔκπληκτος ὕψωσε τὴν κεφαλήν του καὶ ἀτενίσας πρὸς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου ἀνεγνώρισε τὸν ψυχοπατέρα του ἀπὸ τὸ Φιλώτι καὶ Σωτῆρα του εἰς τὸ ναυάγιον τοῦ Καλαντοῦ. Ἦταν τὸ δωδεκάχρονον τουρκάκι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Ψαρρᾶς εἶχε περιθάλψει κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ναυαγίου, ἦταν ὁ Γιώργης (Χουσεΐν) ποὺ διέμεινεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ψαρρᾶ ὡς πραγματικὸν παιδὶ του ἐπὶ ἓξ χρόνια καὶ τὸ ὁποῖον ἔγινε δικαστής. Ἡ Παναγία τὸν ἔστειλε εἰς τὴν κρίσιμον αὐτὴν ὥραν τοῦ Ψαρρᾶ; Ὁ δικαστὴς διέταξεν ἀμέσως νὰ λύσουν τὸν γέροντα κατηγορούμενον καὶ ἐκάλεσε τὸν Μπαρότζι ν᾿ ἀναπτύξῃ τὴν κατηγορίαν του. Ἐνῷ ὁ Μπαρότζι ἠγόρευε, ὁ δικαστὴς Χουσεῒν μπέης εἶχεν ἐστραμμένα τὰ μάτια του πρὸς τὸν κατηγορούμενον, μὲ μεγάλην συγκίνησιν, χωρὶς νὰ παρακολουθῇ τὰ ὅσα τοῦ καταμαρτυροῦσε ὁ Μπαρότζι· ἀναπολοῦσε ἴσως στιγμὰς ποὺ ἔζησε μαζὶ μὲ τὸν ψυχοπατέρα του, τὴν ψυχομητέρα του, τὰ ἄλλα παιδιὰ τοῦ Φιλωτίου, ἀκόμη καὶ μὲ τὰ γιδοπρόβατα εἰς τὸ Καλαντὸν κ.ἄ.

Μόλις ἐτελείωσεν ὁ Μπαρότζι τὴν κατηγορίαν, ὁ δικαστής, χωρὶς κἂν νὰ καλέσῃ τὸν κατηγορούμενον νὰ ἀπολογηθῇ, ἠγέρθη καὶ μὲ φωνὴν παλλόμενης ἀπήγγειλε τὴν ἀπόφασίν του εἰς ἄλλην περίπτωσιν θὰ ἔλεγεν ἁπλῶς «ἔνοχος» καὶ καταδίκη «εἰς θάνατον». Ἀντ᾿ αὐτοῦ εἶπε τὰ ἑξῆς: «Ἐν ὀνόματι τοῦ Σεπτοῦ ἡμῶν Ἄνακτος Σουλτάνου Ἀχμέτι τοῦ Γ´ (Σελὶμ) κηρύττω ἀθῷον τὸν κατηγορουμενον καὶ λαμβάνω τὴν ἀπόφασιν νὰ τελειώσῃ τὴν ἐκκλησίαν τοῦ χωρίου του χωρὶς νὰ τὸν ἐμποδίσῃ κανείς».

Μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως, ὁ μὲν Μπαρότζι μὲ τὸν Γάλλον διπλωμάτην ἀπῆλθον κατησχημένοι «μὲ τὴν οὐρὰν ὑπὸ τὰ σκέλη», ὁ δὲ γέρων Ψαρρᾶς ἔμεινεν ἀποσβολωμένος ἀπὸ ἔκπληξιν καὶ συγκίνησιν, ἀναμεμιγμένων μὲ ἀπορίαν καὶ χαράν. Δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀντιληφθῇ πόθεν ἐπέμφθη τὸ θεῖον δῶρον. Ἐνῷ προηγουμένως τὸ θολὸν καὶ ἄπελπιν βλέμμα του ἔβλεπε τὸ σκότος, ἤδη φῶς ἱλαρὸν περιέλουσε τὸ πρόσωπόν του. Ἔμεινεν ἀκίνητος, μὴ δυνάμενος ν᾿ ἀντιληφθῇ ποῖος ἅγιος «τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι», μέχρις ὅτου τὸν ἐπλησίασεν ὁ δικαστὴς μὲ τὰ μάτια πλήρους χαρᾶς καὶ συγκινήσεως καὶ τοῦ εἶπε: «Κᾶμε τὸ καλὸ καὶ ρίχτο στὸ γιαλό!», «πατέρα Στέφανε, δὲν μὲ γνωρίζεις;»· «Εἶμαι ὁ Χουσεΐν, ὁ Γιώργης, τὸ ψυχοπαίδι σου". Ὁ Ψαρρᾶς ἔμεινεν ἄφοβος. Ἐπηκολούθησαν σκηναὶ ἀφάτου συγκινήσεως μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν. Ἔμειναν ἐναγκαλισμένοι κλαίοντες ἀπὸ χαρὰν καὶ συγκίνησιν. Τὸ βλέμμα τοῦ «γερόλυκου» Ψαρρᾶ ἔλαμψε καὶ τότε κατάλαβε ἀπὸ ποῦ προῆλθεν ἡ σωτηρία του. Ηὐχαρίστησε τὸν Θεὸν καὶ τὴν Παναγίαν, διότι τοῦ ἔστειλαν τὸν Σωτῆρα του καὶ μάλιστα ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ τούτου τοῦ παιδιοῦ του. «Μέγας εἶσαι Κύριε καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου», ἐψιθύρισεν ὁ γερο-Ψαρρᾶς.

Ὁ Χουσεῒν Μπέης ὡδήγησε τὸν Ψαρρᾶν εἰς τὸ ἀνάκτορό του καὶ τὸν ἐφιλοξένησεν ἐπὶ ἕνα μήνα καὶ ὅταν ἡτοιμάσθη νὰ ἀναχωρήση διὰ τὴν Νάξον τοῦ ἔδωσε δύο «κασέλες» γεμάτες δῶρα, μία σακκούλα φλουριά, μία κουμπούρα καὶ ἕνα σουλτανικὸν φιρμάνι διὰ νὰ μὴ τὸν πειράζῃ κανείς. «Πατέρα», τοῦ εἶπε, «μὲ τὰ φλουριὰ θὰ χτίσης τὴν Ἐκκλησία μὲ ἕνα μεγάλο καμπαναριὸ καὶ μὲ τὸ φιρμάνι πᾶρε ὅσον τόπον θέλεις καὶ ὅταν βγῇς στὴ Χώρα ρῖχνε μερικὲς κουμπουριὲς εἰς πεῖσμα τῶν Φράγκων καὶ ἂν σὲ πειράζῃ τοῦρκος δεῖξε τὸ φιρμάνι». Τοῦ ἐνοικίασε ἕνα μεγάλο καΐκι καὶ τὸν κατευώδωσε. «Ὢ πόσον διάφορος ἦτο ἡ συμπεριφορὰ ἑνὸς ἄλλου εὐεργετηθέντος τουρκόπαιδος, ὁ ὁποῖος, ἀντὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν εὐεργέτην καὶ Σωτῆρα του Ἕλληνα, τὸν ὡδήγησεν εἰς τὴν ἀγχόνην (βλ. ἐν τόμ. 3, Κρήτη, Ῥέθυμνον, ὑπὸ «Μηλιώτισσα» ἀρ. 34).

Ὅταν ὁ Ψαρρᾶς ἔφθασεν εἰς τὴν Νάξον καὶ ἐβγῆκε καλοντυμένος καὶ μὲ τὴν κουμπούραν εἰς τὴν μέσην, ἐγένετο ἀντιληπτὸς ἀπὸ τὸν βοεβόδαν, ὁ ὁποῖος μὲ δύο τούρκους τσελεπῆδες τὸν ἐπλησίασαν, διὰ νὰ τοῦ ζητήσουν τὸν φόρον διὰ τὰ πράγματα ποὺ ἔφερε (τελωνειακὸν δασμὸν) καὶ διὰ νὰ τοῦ πάρουν τὴν κουμπούραν ποὺ ἔφερεν εἰς τὴν μέσην του. Μόλις ὅμως ὁ Ψαρρᾶς τοὺς ἔδειξε τὸ φιρμάνι τοῦ Σουλτάνου, ἐκεῖνοι ἔσκυψαν καὶ τὸν ἐπροσκύνησαν. Ἡ εἴδησις ὅτι ὁ Ψαρρᾶς ἔφθασεν εἰς τὴν Νάξον διεδόθη εἰς ὅλο τὸ νησὶ καὶ οἱ Φιλωτίτες τοῦ ἐπεφύλαξαν ἐνθουσιώδη ὑποδοχὴν μὲ τσαμποῦνες, τουμπάκια, τραγούδια καὶ μπιστολιές».

Τὴν ἑπόμενην ὁ Ψαρρᾶς κατέσχεσεν ὁλόκληρον τὸν λαχανόκηπον τοῦ Μπαρότζι καὶ ἐκήρυξε αὐτὸ κτῆμα τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς καὶ ἕνα ἀκόμη κτῆμα διὰ νεκροταφείου. Οὕτω μὲ τὰ χρήματα τοῦ Χουσέιν Μπέη ποὺ ἔφερεν ὁ Ψαρρᾶς κατεσκευάσθη ὁ περικαλλέστατος ναὸς τῆς Παναγίας τῆς Φιλωτίτισσας μὲ τὸ ὡραιότατον κωδωνοστάσιον, καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι καλλωπισμοί, ἐτελέσθησαν δὲ τὰ ἐγκαίνια τὴν 15ην Αὐγούστου 1718. Εἰς ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν φλογερὸν καὶ ἐνάρετον πατριώτην Στέφανον Ψαρρᾶν, οἱ συμπατριῶται του Φιλωτίτες ἐνετοίχισαν ἐπὶ τοῦ κωδωνοστασίου μαρμαρίνην πλάκα μὲ τὴν μορφήν του, ἥτις καὶ σώζεται μέχρι σήμερον διὰ νὰ ὑπενθυμίζῃ τὸ ρητὸν τοῦ ἁπλοϊκοῦ καὶ μεγαλοψύχου ἐκείνου συγχωριανοῦ των, ποὺ τόσην εὖρεν ἐπαλήθευσιν: «κᾶμε τὸ καλὸ καὶ ρίχ᾿ το στὸ γιαλό».

Ἀναφέρεται ἀκόμη καὶ μία ἄλλη, σχετικὴ μὲ τὴν προσπάθειαν τῶν Φιλωτιτῶν νὰ ἀνεγείρουν τὸν ναόν, παράδοσις: Τῷ 1714, ὄτε οἱ Φιλωτίται διεξήγαγον τὸν κατὰ τοῦ Μπαρότζι ἀγῶνα των, διὰ νὰ ἀνακτήσουν τὸν χῶρον, ὅπου θὰ ἀνήγειρον τὸν ναόν των, ἤτοι ἀναμφισβητήτως εἰς χρόνον πρὸ τῆς προεκτιθεμένης περιπέτειας τοῦ Ψαρρᾶ, ἀπέστειλαν πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Κοσμᾶν τὸν ἀπὸ Ἀλεξανδρείας, μεθ᾿ ἱκετηρίου γράμματος τῶν κατοίκων τοῦ Φιλωτίου, πρεσβείαν ἐκ τῶν ἱερέων Γεωργίου Γρατσία καὶ Νικ. Ψαρρᾶ, ἵνα ὁ Παναγιώτατος εὐδοκήσῃ καὶ ἀπαλλάξη τὸν ὑπὸ οἰκοδόμησιν ναὸν ἀπὸ τῆς ἁρπάγης τοῦ φεουδάρχου Μπαρότζι. Κατὰ τὸν Νικ. Κεφαλληνιάδην (ἔνθ᾿ ἀνωτ. σ.18), δὲν εἶναι γνωστὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῶν Φιλωτιτῶν. Τὸ πιθανώτερον πάντως εἶναι ν᾿ ἀπέβη ἄκαρπος ἡ ἐνέργεια αὕτη, δι᾿ ὃ καὶ ἠκολούθησεν ἡ «αὐθαιρεσία» τῶν Φιλωτιτῶν καὶ ἡ δίωξις τοῦ Ψαρρᾶ καὶ τὰ ἐπακολουθήσαντα.

Ὁ ναὸς τῆς Παναγίας τῆς Φιλωτίτισσας κεῖται ἐπί της πλατείας τοῦ Φιλωτίου, σκιαζομένης ὑπὸ μεγάλων πλατάνων. Εἶναι τρίκλιτος βασιλικὴ καὶ θεωρεῖται ἓν ἐκ τῶν σημαντικωτέρων θρησκευτικῶν μνημείων τῆς Νάξου. Ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν προκαλοῦν τὰ ὑψούμενα τρία κωδωνοστάσια. Τὸ κεντρικόν, ἐπί του ὁποίου, ὡς προαναφέρεται, ἔχει ἐντοιχισθῆ ἡ πλὰξ μὲ τὴν μορφήν τοῦ Στεφάνου Ψαρρᾶ, φέρει τὴν χρονολογίαν 1810 καὶ γλυπτὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας βρεφοκρατούσης· ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ ἀναγράφεται ἡ χρονολογία 1873, ἐπὶ δὲ τοῦ ἀριστεροῦ ὑπάρχει ἡ ἐπιγραφή: «Δωρεὰ Μ.Α. Λεοντίου 1958». Ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ τοίχου ὑπάρχει ἐντοιχισμένη θαυμασία γλυπτὴ εἰκὼν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, εἰς τὸ ἄνω μέρος τῆς ὁποίας παριστῶνται ἄγγελοι, εἰς τὸ μέσον ἡ Κοίμησις καὶ ἡ χρονολογία 1779 καὶ εἰς τὸ κάτω μέρος ὁ δικέφαλος βυζαντινὸς ἀετός, πλαισιούμενος ἀπὸ διακοσμητικὰ φυτά. Ἐπὶ τῆς κεντρικῆς πύλης τοῦ ναοῦ ἀναγράφεται ἡ χρονολογία 1874, εἰς δὲ τὴν ἀριστερὰν ἡ χρονολογία 1718, ἥτις, κατὰ τὰ προεκτιθέμενα, εἶναι ἡ τοιαύτη τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ.

Ἐσωτερικῶς, ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ τέμπλον, κατασκευασμένον ἐκ φαιοῦ μαρμάρου, ἑξαιρετικῶς διακεκοσμημένον. Εἶναι ὑψηλόν, σχεδὸν ἐγγίζον τὸν θόλον, καθ᾿ ὅλον δ᾿ αὐτοῦ τὸ μῆκος ὑπάρχουν κιονίσκοι συνδεόμενοι μὲ τὸ τέμπλον διὰ φουρουσίων (καλλιτεχνικῶν καμπυλῶν). Τὸ Βημόθυρον εἶναι ἁγιογραφημένον, ἀπολῆγον εἰς μεγάλον ξύλινον σταυρόν, ἑκατέρωθεν τοῦ ὁποίου εἰκονίζονται τὰ λυπηρά. Ἡ τιμωμένη εἰκὼν τῆς Παναγίας τῆς Φιλωτίτισσας φέρει ἀργυροῦν κάλυμμα καὶ τὴν ἐπιγραφήν: «Διὰ χειρὸς Σεβαστιανοῦ Σμυρναίου 1800», ἡ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν τοιαύτην: «τῶν εὑρισκομένων συνδρομητῶν ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ Ναξίων τὸ ἀφιερώνουν εἰς χωρίον Φιλότι, 1873», νοουμένων τῶν ἐν Σμύρνη βουτσάδων (βαρελοποιῶν). Ὁ Ἄμβων εἶναι ἐπίσης μαρμάρινος, ὁμοιάζων πρὸς ἐκεῖνον τῆς Ἀπεραθίτισσας (Παναγίας τῆς Ἀπειράνθου, ἀνωτ. ἀρ.8). Εἶναι ὡσαύτως μαρμάρινος καὶ ὁ Δεσποτικὸς Θρόνος, φέρων δύο κιονίσκους Κορινθιακοῦ ρυθμοῦ καὶ ἑκατέρωθεν δύο μαρμάρινους καθιστοὺς λέοντας.

Κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Κοιμήσεως (15 Αὐγ.) λαμβάνει χώραν Παναξιακὸς πανηγυρικὸς ἑορτασμός, προσερχομένων πάντων τῶν Φιλωτιτῶν, ἀκόμη καὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμενόντων, τῶν ναυτιλλομένων καὶ πολλῶν ἐξ ἁπανταχοῦ της Ἑλλάδος, ὅπου πάντες μὲ εὐλάβειαν «συναθροίζονται ἐκ περάτων», διὰ νὰ προσκυνήσουν τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ τόπου των, τὴν Φιλωτίτισσαν, νὰ ἀνταλλάξουν νοσταλγικὸν χαιρετισμὸν μὲ τοὺς συμπατριῶτάς των καὶ νὰ χορέψουν ὅλοι τὴν Ναξιώτικην σούσταν».

Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
Παναγιά η Φιλωτίτισσα
Παναγιά η Φιλωτίτισσα


Σύναξη της Παναγιάς της Αργοκοιλιώτισσας στην Νάξο
Ημερομηνία εορτής: 10/05/2013
Τύπος εορτής: Με βάση το Πάσχα.
Εορτάζει 5 ημέρες μετά το Άγιο Πάσχα.

Βιογραφία
Με το όνομα Παναγία Αργοκοιλιώτισσα φέρεται ιερό εικόνισμα που ανευρέθηκε στην ορεινή Νάξο, στη θέση Αργοκοίλι, εξ ου και το προσωνύμιο, καθώς και το Μοναστήρι που έχει ανεγερθεί στο σημείο εύρεσης, το οποίο και καταλαμβάνει έκταση περίπου 25 στρεμμάτων.

Το 1835 μ.Χ. κατόπιν «καθ΄ ύπνου υπόδειξης», κατοίκου του χωριού Κόρωνος Νάξου και μετά από επανάληψη δεύτερης έρευνας επίσης ομοίας υπόδειξης στη θέση Αργοκοίλι βρέθηκαν τελικά δύο παλαιές βυζαντινές εικόνες της Παναγίας εκ των οποίων η μία παρουσίαζε την Παναγία επί της Ζωοδόχου Πηγής. Οι δύο αυτές εικόνες μεταφέρθηκαν αρχικά στο χωριό Κόρωνος και από εκεί στη Μητρόπολη Παροναξίας.

Τον επόμενο χρόνο, και ανήμερα της εύρεσης, εμφανίσθηκε αγίασμα σε επιφάνειο φρεάτιο μπροστά σε αντικρινό βράχο, από το σημείο εκείνο της εύρεσης. Σκάβοντας στη συνέχεια στο σημείο αυτό αποκαλύφθηκε είσοδος μικρού σπηλαίου εντός του οποίου μέσα από μια μικρή κρύπτη, αριστερά, υπήρχαν λαξευμένες βαθμίδες σχεδόν σε κάθετη διάταξη που οδηγούν στην από οροφής έξοδο. Ολόκληρο αυτό το σπήλαιο αποδίδεται σήμερα ως βυζαντινό παρατηρητήριο φυλάκιο παρά τη βάση του οποίου είχαν αποκρύψει τις εικόνες πιθανώς στη περίοδο της εικονομαχίας. Το σημείο αυτό του βράχου του αγιάσματος είναι ορατό από τη θάλασσα όχι όμως από την ακτή. Βρίσκεται δε σε απόλυτη ευθυγράμμιση με δύο κατ΄ έναντι κορυφές λόφων με κατεύθυνση Ανατολή - Δύση.

Σε σύντομο σχετικά διάστημα στο σημείο εύρεσης αναγέρθηκε στην αρχή μικρή εκκλησία σε ρυθμό βασιλικής, που με το πέρασμα του χρόνου επεκτάθηκε σε μήκος. Περι το 1985 μ.Χ. αναγέρθηκε ο μικρός ναός του αγιάσματος ακριβώς παρά το αρχικό επιφάνειο φρεάτιο το οποίο και περιλήφθηκε στο αριστερό σημείο του εικονοστασίου του ναϊδρίου, ενώ όλη η αριστερή πλευρά είναι η είσοδος του αποκαλυφθέντος σπηλαίου - παρατηρητηρίου. Η άνοδος από τη κρύπτη στην έξοδο της οροφής γίνεται από κάθετες σχεδόν λαξευμένες βαθμίδες φρεατίου που επιτρέπουν λόγω στενότητας μόνο την κατ΄ άτομο διέλευση και με δυνατότητα στήριξης μόνο από τα τοιχώματα του φρεατίου. Παρά ταύτα δεν έχει συμβεί κανένα ατύχημα.

Επίσης στον ίδιο χώρο ολοκληρώθηκε η ανέγερση νέου μεγαλοπρεπή ναού, ανατολικότερα του αρχικού που σε διαστάσεις κρίνεται ο μεγαλύτερος των Κυκλάδων. Πέριξ αυτού προγραμματίζεται η ανέγερση περιμετρικών κελιών φιλοξενίας πιστών καθώς και αίθουσες πολιτιστικών εκδηλώσεων μεταξύ των οποίων και μεγάλο αμφιθέατρο.


Αγιογραφίες / Φωτογραφίες

Ζωοδόχος Πηγή αντίγραφο του


Σπήλαιο του αγιάσματος




Η κατ΄ άτομο είσοδος της κρύπτης στο σπήλαιο αγιάσματος Παναγίας Αργοκοιλιώτισσας



Οι σχεδόν κάθετες λαξευμένες βαθμίδες εξόδου οροφής σπηλαίου αγιάσματος Παναγίας Αργοκοιλιώτισσας


Ιερός Ναός Παναγίας Απεραθίτισσας (Κοίμηση Θεοτόκου).

Η εκκλησία η Απεραθίτισσα υψώνεται στην άκρη του χωριού κοντά στο γιοφύρι. Το ωραίο ανάγλυφο καμπαναριό της , οι παλιές χρονολογημένες επιγραφές της και οι παραδόσεις της την κάνουν από τις πιο ενδιαφέρουσες του χωριού. Για το κτήσιμο της Παναγιάς και το εικόνισμά της οι παλιοί διηγούνται τις ακόλουθες παραδόσεις:

Α.  Πως κτίστηκε η Παναγιά. 
Κάποιος τσοπάνος λέει , είδε ένα φως προς την
θάλασσα και πλησίαζε. Και κατέβηκε προς την θάλασσα και  βγήκε το εικόνισμα  και κάθησεν στον ώμο του!... Και αυτός φοβήθηκε και τράβηξε τον δρόμο για να πάει στ Απεράθου.
Και σε ορισμένα μέρη στο δρόμο, όπως στον Πιθαδάρη και στο Σταυρό της Ράχης σταμάτησε το εικόνισμα και σημείωνε, λέει , δα στο Σταυρό και δηλούσε ότι εκεί πρέπει να κτισθούν εκκλησίες.
Ύστερα πήγε και μπήκε μεσ το χωριό. Εδώ πούνε η εκκλησιά η μεγάλη ήταν μια αροχλάδα- αγριαπιδιά κι ήταν ένα βάτος εκεί πέρα. Κι έφυγε η εικόνα απ τον ώμο του βοσκού και επήγε και τρύπωσε εκεί στα βάτα. Αυτός πήγε και ανέφερε σκεί στις εκκλησιαστικές αρχές και στον Παπά το τι συνέβη.
Και πήγανε και πήρανε το εικόνισμα . Και το βάζανε σε ορισμένες εκκλησίες, αλλά αυτό δεν έμενε, μον΄έφευγε και πήγαινε εκεί πέρα. . 
Κτίσανε τότε ένα μικρό εκκλησιδάκι εκεί , την λέγανε Πρωτόθρονος. Ύστερα δημιουργήθηκε η μεγάλη εκκλησιά και επήρε μέσα και την Πρωτόθρονο και καθιερώθη η μεγάλη εκκλησία.
Όπως αφηγείται ο Δημήτρης Αγαπητός στον Ν. Κεφαλληνιάδη , είχε ακούσει , ότι δεν εστερέωνε η εκκλησιά όντενε την  κτίζανε και ο αρχιμάστορας λέει , έπρεπε να κτίσει ανθρώπινο ίσκιο μέσα για να στεριώσει, όπως και στο γιοφύρι της Άρτας. Κτίζανε και δεν στέριωνε. Όλη μέρα κτίζανε και το βράδυ βουλούσε. Και ονειρεύτηκα, λέει , ο αρχιμάστορας να κτίσει τον ίσκιο της γυναίκας του, για να στεριώσει. Κι έκτισε , λέει , τον ίσκιο της γυναίκας του μέσα για να στεριώσει. Επήγε και έβαλε τη γυναίκα του αντιμέτωπη με τον ήλιο κι έβαλε την πέτρα στον ίσκιο της. Αλλά μετά τρεις μέρες πέθανε, λέει η γυναίκα. Ο αρχιμάστορας ονομαζότανε Μποσελάνος. 
Αυτά τα έχω ακούσει απ την γυναίκα μου , που τα χε ακούσει σε συζητήσεις από τις γερόντισσεςτου χωριού.

Αφήγηση Δημ. Αγαπητός , Απεράθου.

Η Παναγία η Πρωτόθρονος και το Σκολειουδάκι
δίπλα στη σημερινή εκκλησία της Παναγίας της Απεραθίτισσας!
Β.  Η Πρωτόθρονος

Όπως αφηγείται η Ειρήνη Πέτρου (Βοντορήνη) , στον Ν.Α.Κεφαλληνιάδη,  που την πρόλαβε την Πρωτόθρονο, λέγει ότι ήτανε ένα μικρό εκκλησιδάκι μεσ την αυλή της Παναγιάς , με παλιό καμπαναριό, είχανε και κελιά που μέσα ήτανε οι μεθύρες της Παναγίας. Και πίσω στην αυλή είχανε ένα στεαστό κι εκεί ήτανε ο βάτος που βρέθηκε η εικόνα.Όλα αυτά τα βουλήσανε, γύρω στο  22, για να μεγαλώσουνε την Παναγία. Στην αυλή ήτανε και ο παλιός πλάτανος που πέντε νομάτοι δεν τον αγκαλιάζανε.Ένα δένδρο θερίο, ο μεγαλύτερος της Νάξου. Εκεί παίζανε τα κοπελούδια τσί κουνιάδες και σκαρφαλώνανε τα κοπέλια να παίξουνε κρυφτό.Αργότερα τον κόψανε ...
 Η αυλή ήτανε παλιό νεκροταφείο. όταν σκάβγανε να τα φτιάξουνε βρίσκανε κάτι μεγάλες χοντροκοκάλες απο τσι παλιοί τάφοι.
 Στην Πρωτοθρόνο σαραντίζανε παλιά οι γυναίκες. Παλιοί καντηλανάφτες Ήτανε ο 'ερο Μπαντόλας ο Κορρές κι ο Μανωλάκης της Ντεοσοφίας. Αυτοί κάνανε και τα κεριά της εκκλησίας απο τις μελισσάπιτες.
 Κρίμας που τα χαλάσανε. την Πρωτοθρόνιο δεν έπρεπε να την πειράξουνε.
                                             Αφηγ. Ειρήνη Πέτρου (Βοτορήνη) Απείρανθος

 Ποιος ήτανε ο πρωτομάστορας Μποσελάνος της πρώτης παράδοσης αποκαλύπτεται, ίσως, απο το ακόλουθο παλιό Απειραθίτικο έγγραφο
 1760 Δεκεμβρίου 26, χωριού Απεράθου.
 Την σήμερον ο μαστρο-Χρούσης, μαρμαροκόπος απο την νήσον Πάρος, χωρίον Τραγούλα ευρισκόμενος εδώ εις το χωρίο μας εις τον οίκο του εντιμότατου Πρωτόπαπα και κάνοντας παζάρι με τον εντιμότατο Πρωτόπαπα, έως δια να πατήση την αυλή της Παναγίας της κουμούνας με όσα μνημόρια ήθελεν παίρνει η αυλή και με πλάκες πελεκητές τα σέντζα τριγύρου και να κάμει το δεσποτικόν τ' άγιο μαρμαρένιο με κολώνες και μαρμάρες και κουμπέ και να κάμει και τον αμβώνα καθού εβρίσκεται και εις την κυρία Καταπολιανή. Όθεν δια κόπου και δουλευσίν του , καθώς εζήτησε ατός του ο μαστρός Χρούσης, λαμβάνει απο τον έντιμον Πρωτόπαπα γρόσια ογδόντα. Τελειώνοντας όλη η δουλειά να λαβαίνει τα άσπρα  και μένοντας με υπόσχεσιν και κοντάνα όποιος μέρος αλληλογήσει να χάνει το παζάρι το άνωθεν. Όθεν και εις βεβαίωσιν βάζουν και αξιόπιστους μάρτυρες να υπογράφουν
 Χρούσης Παυλάκης στέργω το παρόν κείμενον ως άνωθεν 
Ο σκευοφύλαξ  Απέραθου μαρτυρώ
Πρωτόπαπας Απεράθου  στέργω το παρόν 
Δημήτρης Κρητικός μαρτυρώ
Πρωτονοτάριος Απεράθου ήγραψα το παρόν με θέλημα των άνωθεν

 Οι Απεραθίτες θαυμάζοντας, λοιπόν, το έργο του μαστρο-Χρούστη το έκαναν, όπως είδαμε θρύλο, που θυμίζει το γεφύρι της Άρτας και συνέδεσαν την τέχνη του με υπερφυσικές δυνάμεις, γιατί, συμφωνα με μια άλλη παράδοση
 <<Λένε πως τις κολώνες του δεσποτικού της Παναγίας δεν μπορούσαν να τις στήσουν ανθρώπινα χέρια και γι'αυτό κάποιος, πουξερε να διαβάζει τη Σολωμονική, αφού πρώτα πρόσταξε όλους τους χωριανούς να κλειστούνε στα σπίτια τους, πήγε στην εκκλησία διάβασε τη Σωλομονική και μαζευτήκανε τότε όλοι οι Όξω από εδώ και στήσανε τις μαρμαρένιες κολώνες>>
 Τα κελλιά της εκκλησίας τελιώσανε το 1797, όπως μαρτυρούσε μια παλιά επιγραφή <<1797 26.="">>.
  Ο μοναχός αυτός, όπως αποκαλύπτεται απο το ακόλουθο έγγραφο <<αφιερώθει αυτός και τα πράγματα του ζων και μετά θάνατον... εις την κυρίαν Θεοτόκον δια ψυχικήν του σωτηρίαν>>. Το έγγραφο περιλαμβανόμενο στον Κώδικα της Μητρόπολης Παροναξίας έχει περιληπτικά ως εξής <<Μαρτηρική πράξις υπό χρονολογία 23 Μαϊου 1793. Δι' αυτής οι <<κάτοικοι ιερείς και γέροντες της Χώρας Απειράνθου φανερώνουνε όλτι ο μακαρίτης Νεόφυτος μοναχός του πίκλην Λιανοπούλης, ενώ έζη ακόμη, αφιέρωσεν ό,τι πράγμα και αν είχεν ακίνητο και κινητόν εις την κοινήν ημών εκκλησίαν, εις την κυρίαν Θεοτόκον, δια ψυχικήν του σωτηρίαν και το έκαμε  βακίφ εις την αυτήν εκκλησία. Ύστερον έγινε και καλόγηρος εις την αυτήν εκκλησίαν και αφιερώθη αυτός και τα πράγματα του ζων και μετά τον θάνατον δια ψυχικήν του σωτηρίαν και προς ζωοτροφίαν των πτωχών και με το να είναι βακίφ, να μην ημπορεί τινάς ή συγγενής του μακαρίτουή ξένος να συγχίσει την εκκλησίαν δια τα αυτά πράγματα του μακαρίτου Νεόφυτου, αλλ' ως βακίφ να μένουν αιωνίως εις την αυτήν εκκλησίαν>>
 Τα εγκαίνια της εκκλησίας έγιναν αργότερα, στις του Μάη του 1819, όπως μαρτυρεί η ακόλουθος μισοσβησμένη επιγραφή του δαπέδου της :
1819 ΜαΪου 11 έγιναν τα εγκαίνια της κυριας Θεοτόκου Απεραθίτισσας επι επιτροπείας Ιωάννου Ιερέως Ζαφείρη Οικονόμου.
 Ξεχωριστό ενδιαφέρο στην εκκλησία συγκεντρώνει το μαρμαρένιο τέμπλο της στολισμένο με ωραίες ανάγλυφες παραστάσεις, με παλιές μεγάλες εικόνες και τα όμορφα υφαντά κεντήματα που οι Απεραθιτοπούλες συνηθίζουν να στολίζουν τις εικόνες.
Οι σπουδαιότερες απο τις εικόνες του τέμπλου της είναι ακόλουθες
 1. Της Παναγίας της Ελεούσας. Στην επαργύρωσή της αναφέρεται η επιγραφή <<Δι εξόδου της Θεοτόκου και προερέσεως ρεφερενταριού Ιωάννου, ιερέως, 1795>>.
 2. Κοίμησις της Θεοτόκου. Επιγραφή <<Εν έτει 1857, Δημητρίου Ιωάννου Μπαρδάνη δημαρχεύοντος και Δημητρίου Μυτιληναίου επιτροπεύοντος αργυρώθη η σεπτή αύτη εικών συνδρομή τε και φιλοκάλλω δαπάνη των εν κωνσταντινούπολει ενδημούντων και ενδημουσών κατά την αυτήν εποχήν Απειρανθίων.
 3. Αγ Σοφία, Μαρίνα, Ειρήνη και Αικατερίνη. Επιγραφή <<Γέγονεν επί επιτροπείας Βασιλείου Πετυλάκη και των συν αυτώ εν έτει 1868>>.
 4. Ο Μέγας Αρχιερύς. Η επαργύρωση του έγινε <<στα 1822, στις 20 Μαρτίου με συνδρομή των ξενιτεμένων Απεραθιτών στα Βουρλά της Μ.Ασίας>>
 5. Αγ.Ιωάννης και ο Πρόδρομος. Επιγραφή <<Δημαρχεύοντος Ματθ. Ζευγόλη και επιτροπευόντων Οικονόμου Σακελλίου και Αναγν.Σακελλαρίου. Η εικών αυτή επαργυρώθει συνδρομή της κοινότητας Απειράνθου και των κ. Μανουήλ και Αικατερ. Δέστη προσενεγόντων δραχμ. 100. Έργον του εκ Στεμνιστή της Γόρτυνος Βασ. Καγιάφα, 1 Μαρτίου 1893, είη αγήρως η μνήμη των συντελεσάντων το έργον.
 6. Αγία Τρίας. Επιγραφή <<Επί Δημαρχείας Γεωργίου Ματθ. Ζευγώλη και επί επιτροπείας Σταματίου Εμμ. Μπαρδάνη. Εν Απειράνθω τη 15η  Ιουλίου 1910. Τόδε το έργον κατασκευάσθει εκ χειρών Ηλία Αρ. Κολόκα>>.
 7. Άγιοι Πάντες. Επιγραφή <<Αφιέρωμα των σμυριδωρυκτών του ορυχείου <<Ιαπωνία>> Εμμ. Ν. Πρωτονοτάριου, Δημ. Ι. Ρωμάνος, Σπυρ Γ. Φραγκίσκος, Νικ. Α. Ζευγωλής, Ιωάν. Δ. Ζευγωλής Μιχ. Δ. Πολυκρέτης, Γιώργ. Μ. Καραπάτη, Δημ. Ι. Μαργαρίτη, Αντ. Μ. Ποθητού, Δημ. Α. Πρωτοπαπά, Μαν. Γ. Φραγκίσκου, Ελευθ. Ι Πρωτόπαπα, Νικ. Ι. Τρεβλού. Αντ. Σταυριανού, Εμμ. Φ. Κρητικού. Έργον του εκ Στεμνίτσης της Γόρτυνος Ηλεία Αρ. Κολόκα.
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                              Εν Απειράνθω τη 25 Μαρτίου 1911>>

 Ανάμεσα στ' άλλα αφιερώματα και τάματα που αρκετά κρέμονται μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας κι άλλα  στους πολυέλαιους στις καντήλες, ξεχωριστή εντύπωση προκαλεί ένα ασημένιο πολυκάντηλο, αφιέρωμα σύμφωνα με την ακόλουθο επιγραφή του- των ξενιτεμένων Απεραθιτών στα Βουρλά της Μ.Ασίας <<Οι συνδρομηταί ούτοι ευρίσκονται εις την Μικράν Ασίαν των βουρλών και τα αφιερώνουν εις χωριό απεράθου εις την Παναγίαν 1873 Μαρτίου 25>>
 Από τη βάση της επιγραφής κρέμονται δυο ασημένια γεωργικά εργαλεία, μια αξίνα κι' ένα διχάλι σύμβολα των γεωργικών εργασιών του ς στ' αμπέλια και στους ελαιώνες>>
 Η Παναγία στ'αθηκε πάντα για τους Απεραθίτες μαζί με το σχολείο τους τα πιο αγαπημένα τους μνημεία. Σ' αυτά έμαθαν να σέβονται και να αγαπούν το θείο κι εκεί φωτίστηκε το μυαλό τους. Αγαπημένα πρόσωπα ιερέων και σεβάσμια μορφές δασκάλων έχουν να θυμούνται με αγάπη και νοσταλγία πολλοί σημερινοί παλιοί Απεραθίτες.
 Η εκκλησία τους άλλωστε όπως είδαμε φρόντισε ιδιαίτερα και ενίσχυσε τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια τη ίδρυση του σχολείου. Απο τους πόρους των κτημάτων της λειτούργησε αρχικά το σχολείο και μ' αυτούς εμισθοδοτούνται οι πρώτοι του δασκάλοι.
 Δίπλα στο ναό βρίσκεται και το νεκροταφείο του χωριού που τόσα αγαπημένα πρόσωπα αναπαύονται. Πάνω στις μαρμαρένιες ταφόπλακες διαβάζει ακόμα κανείς σήμερα τους πονεμένους στίχους των μοιρολογιών, όπου έχουν συνήθεια τους να χαράζουν πάνω σ' αυτές οι κάτοικοι του χωριού.
 Σήμερα η Παναγία η Απεραθίτισσα εξακολουθεί να συγκεντρώνει στοργικά το ενδιαφέρο των Απεραθιτών και ιδιαίτερα των ξενιτεμένων, που δεν παραλείπουν τα τακτικά προς αυτή αφιερώματα  και τις δωρεές και τις συχνές ανακαινήσεις για τον καλύτερο ευπρεπισμό της.
 Παλαιότερα το πανηγύρη της Παναγίας συγκέντρωνε κόσμο πολύ απ' όλα τα χωριά του χωριού και στο προαύλιό της ψήνονταν αρνιά κι ακολουθούσε το τραπέζι της Αγάπης κι οι χοροί με τα βιολιά, καθώς και τα καλέσματα στα σπίτια..



Σύναξη της Παναγιάς της Μυρτιδιώτισσας στην Νάξο

Ημερομηνία εορτής: 24/09/2013
Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 24 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους.
Άγιοι που εορτάζουν: Συναξη Της Παναγιας Της Μυρτιδιωτισσας Στην Ναξο


Βιογραφία
Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα είναι μία γραφική εσωτερική βραχονησίδα στο λιμάνι της Νάξου. Οφείλει το όνομά της στο ομώνυμο ξωκλήσι που βρίσκεται σ' αυτή. Η βραχονησίδα αυτή έχει σήμερα διαπλατυνθεί και είναι επιστρωμένη με τσιμέντο.




Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
Παναγιά η Μυρτιδιώτισσα στην ΝάξοΠαναγιά η Μυρτιδιώτισσα στην Νάξο


Παναγιά η Μυρτιδιώτισσα στην Νάξο

Σύναξη της Παναγίας της Δροσιανής στην Νάξο
Ημερομηνία εορτής: 08/09/2013
Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους.
Άγιοι που εορτάζουν: Συναξη Της Παναγιας Της Δροσιανης Στην Ναξο

Βιογραφία
Η Παναγία η Δροσιανή είναι ένα Βυζαντινό μοναστήρι νότια του χωριού Μονή στη Νάξο και δίπλα από το κοινοτικό κοιμητήριο (νεκροταφείο), που είναι από τα αρχαιότερα των Βαλκανίων (4ος ή 6ος μ.Χ. αιώνας). Από το Μοναστήρι αυτό το μεγαλύτερο μέρος του ήταν θαμμένο και μόλις τη δεκαετία του 70 έγιναν οι ανασκαφές από την αρχαιολογική υπηρεσία και αποκαλύφθηκε. Μέχρι τότε το μόνο μέρος που ήταν ορατό ήταν η κυρίως εκκλησία που ήταν και η πλέον πρόσφατη. Η εκκλησία είναι στην ουσία ένα σύμπλεγμα από τέσσερις εκκλησίες. Είναι Βυζαντινού ρυθμού και όλοι οι χώροι του, εσωτερικά και εξωτερικά είναι σε σχήμα σταυρού.

Υπάρχουν πολλές αγιογραφίες. Αυτές που φαίνονται τώρα είναι και οι παλαιότερες, μιας και τα δύο προηγούμενα στρώματα έχουν αφαιρεθεί και έχουν μεταφερθεί σε μουσεία. Χαρακτηριστικοί είναι οι δύο Παντοκράτορες στον τρούλο, κάτι που αποδίδεται σε προσπάθεια καταπολέμησης του μονοφυσιτισμού: οι δύο μορφές απεικονίζουν η μία την ανθρώπινη και η άλλη τη θεία φύση του Χριστού.

Πολλοί οι θρύλοι για το πως κτίστηκε και το πως επελέγη η τοποθεσία. Οι παλαιότεροι κάτοικοι του χωριού μεταφέρουν ότι αν και αρχικά είχε επιλεγεί άλλο μέρος για το κτίσιμο της εκκλησιάς η εικόνα της Παναγίας μεταφερόταν κάθε βράδυ στο συγκεκριμένο μέρος. Η ονομασία «Δροσιανή» εικάζεται ότι προήλθε από το ότι οι κάτοικοι του χωριού σε μια πολύ μεγάλη περίοδο ανομβρίας απευθύνθηκαν στην Παναγία με λειτουργίες και τάματα για να την παρακαλέσουν να βρέξει έτσι ώστε να μην ξεραθούν τα δέντρα και οι μπαξέδες και να ζήσουν οι κάτοικοι που κατ' εξοχήν είναι αγρότες.

Το νεώτερο τμήμα του Μοναστηριού χωρίζεται σε δύο τμήματα και μπροστά από την εικόνα της Παναγίας υπάρχει στο πάτωμα μια τεράστια κυκλική πλάκα από μάρμαρο. Οι θρύλοι έλεγαν πως κάτω από την πλάκα αυτήν υπάρχει μεγάλος θησαυρός που κανείς όμως δεν πήγαινε να την ανασηκώσει γιατί θα τον μαρμάρωνε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Δυστυχώς την δεκαετία του 70 κάποιο πρωί βρέθηκε η πλάκα σκαμμένη και βγαλμένη και κανείς ποτέ δεν έμαθε αν έκρυβε κάτι από κάτω. Οι αρχαιοκάπηλοι όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Η εικόνα της Παναγίας εκλάπη και είναι άγνωστο αν η υπάρχουσα στη θέση της είναι η αυθεντική ή κάποιο αντίγραφό της.

Σήμερα το Μοναστήρι της Παναγίας της Δροσιανής λειτουργεί υπό τον έλεγχο της αρχαιολογικής υπηρεσίας και δέχεται ετησίως χιλιάδες επισκέπτες.




Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή





Παναγία η Δροσιανή
Παναγία η Δροσιανή






Παναγίες στη Νάξο που γιορτάζουν στις 15 Αυγούστου είναι ακόμη:
 η Παναγία η Παντάνασσα στη Χώρα της Νάξου

H Παναγία η Αταλιώτισσα στη Γαλήνη







Δεν υπάρχουν σχόλια: